Για άλλη μία φορά βρέθηκα σήμερα να συνομιλώ τηλεφωνικά με συνάδελφο ο οποίος, όπως και πολλοί άλλοι στην ΑΑΔΕ εργάζεται συστηματικά πέραν του προβλεπόμενου ωραρίου με δική του πρωτοβουλία ώστε να καταφέρει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εργασίας που του έχει ανατεθεί. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που συναντά κανείς επαναληπτικά, είτε μιλά με ελεγκτές στα ΕΛΚΕ, στις ΔΕΔ, στις ΥΕΔΔΕ, στις ΔΕΟΣ και στις Δ.Ο.Υ είτε με συναδέλφους άλλων υπηρεσιών.

Δεν χρειάζομαι βέβαια τις καθημερινές αυτές συζητήσεις για να αντιληφθώ την οξύτητα του προβλήματος. Απλώς μου υπενθυμίζουν διαρκώς ότι πρόκειται για ένα από τα πιο θλιβερά ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο κλάδος μας. Είναι μάλιστα τόσο διαδεδομένο ώστε κινδυνεύουμε να το θεωρήσουμε κανονικότητα, και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο απ’ όλα, διότι είναι αδιανόητο, ειδικά για έναν κλάδο του Δημοσίου, οι εργαζόμενοι να αφιερώνουν καθημερινά προσωπικό χρόνο πέρα από το ωράριό τους προκειμένου να καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν αναλογιστεί κανείς ότι όλη αυτή η υπερεργασία πραγματοποιείται χωρίς καμία πρόσθετη αμοιβή, την ώρα που οι μισθοί παραμένουν παγωμένοι επί χρόνια, μέσα σε ένα δυστοπικό αλλά απολύτως πραγματικό περιβάλλον, όπου οι συνάδελφοι καλούνται να επιτυγχάνουν ολοένα υψηλότερους στόχους χωρίς αντίστοιχη αναγνώριση, χωρίς ουσιαστική στήριξη και χωρίς καμία ανταμοιβή.

Στην ρίζα του προβλήματος βρίσκεται η λεγόμενη «στοχοθεσία» η οποία αντί να λειτουργεί ως εργαλείο ορθολογικού σχεδιασμού και βελτίωσης της λειτουργίας των υπηρεσιών, έχει μετατραπεί σε έναν μηχανισμό μεταφοράς της πίεσης προς τους εργαζομένους. Οι στόχοι που τίθενται από τη διοίκηση μεταφέρονται στους διευθυντές, από εκεί στους υποδιευθυντές, στους τμηματάρχες και τελικά στους ελεγκτές και στους υπαλλήλους της πρώτης γραμμής. Έτσι, η αδυναμία επίτευξης μη ρεαλιστικών απαιτήσεων παύει να εμφανίζεται ως πρόβλημα σχεδιασμού και παρουσιάζεται ως πρόβλημα των ίδιων των εργαζομένων.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι σπάνια φτάνει προς τη διοίκηση η πραγματική κραυγή αγωνίας των συναδέλφων. Ελάχιστοι διευθυντές και υποδιευθυντές φαίνεται να είναι πρόθυμοι να εξηγήσουν ότι οι στόχοι, σε πολλές περιπτώσεις, δεν συμβαδίζουν ούτε με τις διαθέσιμες δυνάμεις ούτε με τον πραγματικό χρόνο που απαιτείται για την ολοκλήρωση της εργασίας. Έχουμε δηλαδή το τραγελαφικό φαινόμενο, αντί να μεταφέρεται η πραγματικότητα προς τα πάνω, να μεταφέρεται η πίεση προς τα κάτω.

Την ίδια στιγμή, σε πολλές υπηρεσίες έχει επικρατήσει μια κουλτούρα υπερβολικά αναλυτικής και εξαντλητικής επεξεργασίας των υποθέσεων. Και για να είμαι ξεκάθαρος: η ποιότητα και η πληρότητα των ελέγχων είναι αυτονόητα ζητούμενα. Όταν όμως συνδυάζονται με αυξανόμενες ποσοτικές απαιτήσεις, περιορισμένο προσωπικό και ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο: περισσότερες ώρες εργασίας, περισσότερη πίεση και ολοένα λιγότερος προσωπικός χρόνος για τους εργαζομένους.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλοςΟι συνάδελφοι εργάζονται πέραν του ωραρίου για να ανταποκριθούν στους στόχους, η υπερεργασία αποκρύπτει προσωρινά το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος και η διοίκηση θεωρεί ότι οι στόχοι είναι εφικτοί, με αποτέλεσμα να θέτει ακόμη υψηλότερους.

Η μεγάλη μου απογοήτευση - τόσο ως εργαζόμενος ως και ως εκπρόσωπός τους - είναι η αίσθηση που έχω ότι η διοίκηση δεν ακούει πραγματικά το ανθρώπινο δυναμικό της. Οι συνάδελφοι διαθέτουν γνώσεις, εμπειρία, προσόντα, αίσθημα ευθύνης και φιλότιμο. Κι όμως, πολλές φορές δίνεται η εντύπωση ότι αυτά τα χαρακτηριστικά δεν εκτιμώνται αλλά θεωρούνται δεδομένα, ότι το φιλότιμο αντιμετωπίζεται ως ανεξάντλητος πόρος και η υπερεργασία ως υποχρέωση. Και κάπου εκεί γεννιέται αναπόφευκτα το αίσθημα της εκμετάλλευσης και της απαξίωσης.

Η αποτελεσματικότητα δεν χτίζεται πάνω σε απλήρωτες ώρες εργασίας, σε αυπνίες, σε σωματική εξάντληση και σε ψυχολογική φθορά αλλά πάνω σε ρεαλιστικό σχεδιασμό, επαρκή στελέχωση, ειλικρινή επικοινωνία και πραγματικό σεβασμό προς τους ανθρώπους που καλούνται να υλοποιήσουν τους στόχους της διοίκησης.

Όσο η διοίκηση επιλέγει να πανηγυρίζει για την επίτευξη στόχων που στηρίζονται στην αόρατη υπερεργασία τόσο θα απομακρύνεται από την πραγματικότητα που βιώνουν οι συνάδελφοι. Και δυστυχώς, γίνεται όλο και πιο αμφίβολο αν υπάρχει πραγματική βούληση να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα και να έρθει η διοίκηση πιο κοντά στους εργαζομένους.