Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε λογιστικές ισορροπίες, δείκτες μέσων όρων ή αφηρημένους δημοσιονομικούς στόχους. Οφείλει να υπηρετεί έναν θεμελιώδη σκοπό: τη διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για όλους τους πολίτες και τη μείωση των ακραίων κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.

Η παρούσα προσέγγιση δεν επιδιώκει την εξίσωση εισοδημάτων, αλλά τη δημιουργία ενός πλαισίου όπου η εργασία, το κεφάλαιο και η δημόσια εξουσία λειτουργούν με διαφάνεια, δικαιοσύνη και αναλογικότητα.

1. Στόχος: σύγκλιση προς αξιοπρεπή διαβίωση

  • Βασικός στόχος της οικονομικής πολιτικής πρέπει να είναι η εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για όλους.
  • Αυτό δεν σημαίνει εξίσωση εισοδημάτων, αλλά μείωση της φτώχειας και των ακραίων ανισοτήτων.
  • Όσοι έχουν υψηλότερα εισοδήματα πρέπει να συνεισφέρουν περισσότερο, με βάση τη φοροδοτική τους ικανότητα.
  • Η σύγκλιση αφορά το επίπεδο διαβίωσης, όχι αριθμητικούς μέσους όρους.

2. Το πραγματικό κριτήριο δεν είναι οι μέσοι όροι

  • Οι μέσοι όροι δεν αποτυπώνουν την πραγματικότητα κάθε νοικοκυριού.
  • Η πολιτική πρέπει να βασίζεται στο πόσοι άνθρωποι δεν καλύπτουν βασικές ανάγκες, όχι σε στατιστικές τιμές.
  • Στόχος είναι η κάλυψη πραγματικών αναγκών: στέγη, τροφή, ενέργεια, υγεία, παιδεία.

3. Βασικό κοινωνικό επίπεδο διαβίωσης

  • Η Πολιτεία πρέπει να καθορίσει το κόστος ενός ελάχιστου αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης ατομικό (ως ποσοστό της βουλευτικής αποζημίωσης) και στη συνέχεια να το αναγάγει στο πληθυσμό.
  • Αυτό πρέπει να αποτελεί τον ελάχιστο βασικό δημοσιονομικό στόχο.
  • Δεν μπορεί να δίνονται φοροαπαλλαγές (σε υψηλά εισοδήματα/πλούτο, μη παραγωγικές δραστηριότητες κτλ) αν δεν υπάρχει σαφής εικόνα κάλυψης αυτού του επιπέδου και εξάλειψη μνημονιακών βαρών στην εργασία και τις συντάξεις.

4. Φορολογία εργασίας και ίσοι κανόνες

  • Το φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα πρέπει να είναι ενιαίο και καθολικά δίκαιο. Δεν μπορεί να υπάρχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για το ίδιο εισόδημα. Ίδιες εισφορές, ίδιο αφορολόγητο, ίδιοι κανόνες. Κάθε εξαίρεση ή ειδική ρύθμιση πρέπει να τεκμηριώνεται πλήρως και να επανεξετάζεται με βάση την κοινωνική της επίδραση.
  • Η κοινωνική πολιτική για τα παιδιά να ασκείται με άμεσες παροχές και όχι μέσω της αμοιβής της εργασίας και της φορολογίας εργασίας.
  • Ίση αμοιβή για ίδια εργασία, ανεξάρτητα από οικογενειακή κατάσταση.

5. Οικογενειακή πολιτική

  • Στήριξη των οικογενειών με στοχευμένες παροχές, αφορολόγητες, όχι οριζόντιες αλλά με βάσει τις πραγματικές ανάγκες μέσω του μητρώου ευάλωτων νοικοκυριών.
  • Ενίσχυση της γονικής άδειας και της ελευθερίας επιλογής μεταξύ οικογενειακής φροντίδας και δομών φύλαξης.
  • Διαφανής χρηματοδότηση όλων των δημογραφικών πολιτικών μέσω του σχετικού υπουργείου οικογένειας.
  • Αποσύνδεση με την καταβολή της μισθοδοσίας.

6. Ανεργία

  • Όχι μόνο επίδομα
  • Αναζήτηση / εύρεση των ανέργων από τις δημόσιες υπηρεσίες, σύνδεση αμοιβής με απασχόληση σε δημόσιες υπηρεσίες/κοινωνικές δομές
  • Ψυχολογική στήριξη

Στόχος: ενεργή ένταξη στην εργασία και περιορισμός αδήλωτης οικονομίας.

7. Φορολογία κεφαλαίου και μερισμάτων

  • Η απόδοση του κεφαλαίου πρέπει να συνδέεται με την απόδοση των μικροκαταθετών.
  • Βασική απόδοση κεφαλαίου (όπως επιτόκια καταθέσεων) να φορολογείται με σταθερό συντελεστή (π.χ. 15%).
  • Οποιαδήποτε υπερβάλλουσα απόδοση να φορολογείται υψηλότερα.
  • Τα μερίσματα να αντιμετωπίζονται ως πραγματική απόδοση κεφαλαίου και όχι ευνοϊκότερα από άλλες μορφές εισοδήματος.

Σήμερα η απόδοση του κεφαλαίου αντιμετωπίζεται πιο ευνοϊκά από την εργασία.

8. Υποχρεωτική διανομή κερδών – τέλος στη φορολογική αναβολή

Στο πεδίο του κεφαλαίου και των αποδόσεων, απαιτείται σαφής εξορθολογισμός. Η απόδοση και φορολόγηση του κεφαλαίου πρέπει να συνδέεται με την απόδοση και φορολόγηση του χρήματος για τον μικροκαταθέτη. Δεν μπορεί οι μικροκαταθέσεις να αποδίδουν ελάχιστα και να φορολογούνται κανονικά, ενώ τα μερίσματα να απολαμβάνουν ευνοϊκή μεταχείριση.

Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα είναι η μη διανομή κερδών.

Προτείνεται:

  • Υποχρεωτική ελάχιστη διανομή μερίσματος κάθε έτος όταν υπάρχουν κέρδη.
  • Αν μια επιχείρηση δεν διανέμει κέρδη, να φορολογείται σαν να τα διένειμε.
  • Ο φόρος να καταβάλλεται στο έτος δημιουργίας του κέρδους και όχι όταν επιλεγεί μελλοντικά διανομή.

Στόχος: αποφυγή φορολογικής αναβολής μέσω συσσώρευσης κερδών.

Η βάση αναφοράς πρέπει να είναι το επιτόκιο των μικροκαταθετών, με ενιαία φορολόγηση και προοδευτική κλιμάκωση για υπερβάλλουσες αποδόσεις.

9. Τράπεζες και διαφάνεια

  • Όταν η διαφορά επιτοκίων (δανείων – καταθέσεων) υπερβαίνει συγκεκριμένο εύρος ή διαφορετική πολιτική επιτοκίων λόγω εύρους καταθέσεων, να εφαρμόζεται πρόσθετη φορολόγηση σε συστημικές τράπεζες.
  • Οι τράπεζες απαγορεύεται να «αρχειοθετούν» λογαριασμούς. Στόχος είναι η πλήρης ιχνηλασιμότητα της οικονομικής δραστηριότητας.
  • Ποινές στις περιπτώσεις μη εξυπηρέτηση μικροκαταθέτη πχ μη διενέργεια ανάληψης στο κισέ λόγω μη επικαιροποίησης στοιχείων με αιτιολογία τη μη χρήση καταθετικού λογαριασμού περισσότερο από 2 έτη ή έκδοση πιστωτικών καρτών χωρίς να έχει προηγηθεί σχετικό αίτημα κτλ.
  • Φορολογικό έλεγχο σε ετήσια βάση και προσδιορισμού φορολογητέων κερδών με θέσπιση ειδικών διατάξεων που θα αποκλείουν έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα δαπανών/αγορών που δεν συνδέονται με τις τραπεζικές δραστηριότητες και λοιπών ιδιαιτεροτήτων του κλάδου (πχ αδιάθετα ποσά διανομής επιδομάτων μέσω τραπεζικού συστήματος, διαχείριση κόκκινων δανείων, δανείων κομμάτων, πολιτικών κτλ).

10. Επιχειρήσεις και φορολογικές στρεβλώσεις

  • Να επανεξεταστούν οι ευεργετικές φορολογικές διατάξεις υπέρ ορισμένων κλάδων (π.χ. ΜΜΕ/διαφήμιση, αυτοκινήτων/αποσβέσεις, τράπεζες/αναβαλλόμενος φόρος, ενέργειας και λοιπών που λειτουργούν σε κρατικά δίκτυα) που προβλέπουν προσαύξηση εξόδων (ακόμα και 100%) που εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών σε σχέση με τα λογιστικά κέρδη ή ειδικών αποθεματικών ή απαλλαγή από φόρο κτλ.
  • Να καταργηθούν με αναδρομική ισχύ ευνοϊκές διατάξεις που ακυρώνουν την ποινική διαδικασία όσων διαπράττουν εγκλήματα φοροδιαφυγής μέσω των ενδοομιλικών συναλλαγών.
  • Δεν πρέπει να εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα επιχειρήσεων, για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών, αμοιβές προσωπικού /στελεχών που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών. Το υπερβάλλον ποσό πρέπει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά φορολογικά, καθώς σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός μεταφοράς εισοδήματος ή να υποκρύπτει πρακτικές που συνδέονται με αδήλωτη εργασία.
  • Οι φορολογικές πολιτικές να αξιολογούνται με βάση πραγματικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

11. Δημόσιες υποδομές και παραχωρήσεις

  • Μετά τη λήξη κάθε σύμβασης παραχώρησης να προηγείται υποχρεωτική δημόσια μελέτη κόστους – οφέλους μεταξύ δημόσιας λειτουργίας και νέας παραχώρησης.
  • Σε υποδομές με σταθερές και υψηλές ταμειακές ροές, όπως οι αυτοκινητόδρομοι με διόδια, η επιλογή της παραχώρησης να αιτιολογείται με αντικειμενικά οικονομικά στοιχεία.
  • Κάθε πολιτική απόφαση παραχώρησης να συνοδεύεται από δημόσια τεκμηρίωση του δημοσιονομικού της αποτελέσματος.
  • Φορολογικό έλεγχο σε ετήσια βάση αυτών των ιδιωτικών εταιρειών και προσδιορισμού φορολογητέων κερδών με θέσπιση ειδικών διατάξεων που θα αποκλείουν έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα δαπανών που δεν συνδέονται με την κύρια δραστηριότητα και υποκρύπτουν πληρωμή πχ προσωπικού που απασχολείται και σε άλλες δραστηριότητες του ομίλου, υψηλές αμοιβές ή παροχές κτλ.
  • Να επανεξεταστούν ειδικές φορολογικές απαλλαγές ώριμων και κερδοφόρων επιχειρήσεων παραχώρησης, συμπεριλαμβανομένων απαλλαγών από το ψηφιακό τέλος συναλλαγών ή αντίστοιχες επιβαρύνσεις, όταν δεν δικαιολογούνται πλέον από λόγους δημοσίου συμφέροντος πχ Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών.

12. Ακίνητη περιουσία

  • Πρώτη κατοικία, με εισοδηματικά και λοιπά περιουσιακά κριτήρια, θα πρέπει να απαλλάσσεται από μνημονιακά βάρη (ΕΝΦΙΑ).
  • Μεγαλύτερη επιβάρυνση στη μεγάλη ακίνητη περιουσία. Η φορολογία να λαμβάνει υπόψη την πραγματική ικανότητα πληρωμής.
  • Δηλωθείσα περιουσία στο Ε9 που δεν έχει δηλωθεί στο κτηματολόγιο, αυτόματα, δηλώνεται, με ευθύνη του ελληνικού δημοσίου, στο κτηματολόγιο υπέρ του δηλωθέντος ΑΦΜ χωρίς να απαιτείται ο ιδιοκτήτης ή κληρονόμοι να κινηθούν νομικά για αναγνώριση κυριότητας (δικλείδα ασφαλείας υπέρ ευάλωτων).

13. Ενέργεια και κοινωνική επάρκεια

  • Η επιβάρυνση ενέργειας για χαμηλά εισοδήματα να μην βασίζεται σε χαμηλή χρέωση ανά kw για ορισμένες κιλοβατώρες αλλά σε ποσοστό εισοδήματος.
  • Αν η δαπάνη υπερβαίνει περίπου το 5% (ενδεικτικά) του εισοδήματος, το υπερβάλλον δεν τιμολογείται από την εταιρεία ενέργειας (η πληροφορία αντλείται μέσω ειδικού μητρώου ευάλωτων νοικοκυριών που υποχρεούται κάθε έτος η ΑΑΔΕ να αποστέλλει σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, δήμους και λοιπές υπηρεσίες κοινωνικής πολιτικής).
  • Στόχος είναι η πραγματική ενεργειακή επάρκεια για κάλυψη βασικών αναγκών, όχι περιορισμός κατανάλωσης.

14. Πολιτικοί και διαφάνεια εξουσίας

  • Οι αμοιβές των πολιτικών και όσων ασκούν δημόσια εξουσία πρέπει να συνδέονται με απόλυτη διαφάνεια και αυστηρούς κανόνες καθαρού εισοδήματος. Η αφετηρία πρέπει να είναι η περιουσιακή κατάσταση κατά την έναρξη της θητείας, η καταγραφή όλων των εισοδημάτων κατά τη διάρκειά της και η τελική αποτύπωση της περιουσίας στο τέλος, αφαιρώντας τις δαπάνες και τις αγορές.
  • Δεν μπορεί να επιτρέπεται ταυτόχρονη πλήρης απόλαυση βουλευτικής αποζημίωσης και υψηλών ιδιωτικών εισοδημάτων χωρίς συμψηφισμό,· πρέπει να ισχύει είτε πλήρης δημόσια αμοιβή είτε ιδιωτική δραστηριότητα με περιορισμένη ή μηδενική κρατική αποζημίωση στις περιπτώσεις που τα εισοδήματα από ιδιωτικό έργο υπερβαίνουν την αμοιβή από το δημόσιο, ώστε να αποφεύγονται στρεβλώσεις και συγκρούσεις συμφερόντων.
  • Απόλυτη διαφάνεια περιουσιακής κατάστασης εντός και εκτός χώρας.
  • Υποχρεωτική ανταλλαγή οικονομικών στοιχείων μεταξύ κρατών.
  • Απαγόρευση απόκρυψης συναλλαγών ή περιουσιακών στοιχείων, εφαρμογή και σε συγγενικά πρόσωπα (1ου και 2ου βαθμού).

Στόχος: πλήρης διαφάνεια ροής πλούτου.

15. Κανόνας δημοσιονομικής υπευθυνότητας

  • Δεν πρέπει να δίνονται νέες φοροαπαλλαγές χωρίς πλήρη τεκμηρίωση κόστους.
  • Προτεραιότητα έχει πάντα η κάλυψη του ελάχιστου αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης (σε ατομικό επίπεδο_όχι συμψηφισμοί και μέσους όρους).
  • Κάθε νέα πολιτική να συνοδεύεται από σαφή αναφορά στο τι χρηματοδοτείται λιγότερο.

Το ζήτημα δεν είναι αν ένα τέτοιο πλαίσιο είναι «ρεαλιστικό» με τους σημερινούς συσχετισμούς ισχύος, αλλά αν μπορεί να θεωρηθεί δίκαιο και κοινωνικά βιώσιμο.

Όσο η οικονομική πολιτική παράγει συστηματικά ανισότητες, προνομιακές εξαιρέσεις και αδιαφανείς μεταφορές πλούτου, δεν πρόκειται για ουδέτερη διαχείριση αλλά για ενεργή επιλογή υπέρ συγκεκριμένων συμφερόντων.

Ένα σύστημα που δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση, ίση μεταχείριση και πραγματική διαφάνεια, δεν χρειάζεται «βελτιώσεις» αλλά επαναθεμελίωση με καθαρούς, ενιαίους και ελέγξιμους κανόνες για όλους.

ΒΠ